Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013

"Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς"



του Χάϊμ Πολίτη           




Η φράση που σηματοδοτεί την έναρξη του εμβληματικού μυθιστορήματος του 20ου αιώνα, «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο», του Μ.Προυστ, έχω την αίσθηση πως προσομοιάζει στις συνήθειες χρόνων της καθ΄ημάς αριστεράς.

Επαναπαυμένη στις πολιτικές της στήριξης κάθε εργατικο-αγροτικο-φοιτητικο-συνδικαλιστικού αιτήματος, στις πολιτικές της διόγκωσης ενός υδροκέφαλου, πανάκριβου και αναποτελεσματικού κράτους, στις πολιτικές, εν τέλει, που συνέβαλαν στη χρεοκοπία της χώρας και οδήγησαν στη φτωχοποίηση τη μεσαία τάξη και στην εξαθλίωση τα φτωχότερα και πιο αδύναμα στρώματα.
Βολεμένη στην ευημερία των αριθμών της εποχής, της αρκούσε να καταγγέλει τη Δεξιά γιατί ήταν η Δεξιά και το ΠΑΣΟΚ γιατί ήταν το κράτος, που το έστησε και το νέμοταν, αφού πρώτα προέβη, σε δόλια υφαρπαγή των ψήφων και των ιδεών της. Αυτά, που ιστορικά αποτελούσαν, κληρονομικώ δικαίω, την πολιτική της προίκα, περουσιακά στοιχεία που εξανέμισε ο λαϊκισμός του εγχώριου σοσιαλισμού.

Αμήχανη να παράξει καινούρια θεωρία για το κοινωνικό όραμά της, όταν κατέρρευσαν και οι τελευταίες ψευδαισθήσεις των, υπαρκτών και μη, κομμουνιστικών παραδείσων, αδυνατούσα, τελικώς, να συγκεκριμενοποιήσει το οραματικό της μοντέλο, ήσυχη με τις λογικές των μαχών για το 3%, του ορίου ανοίγματος της πόρτας της Βουλής και, ενίοτε, με τρόπαιο τους λίγους αυτοδιοικητικούς θώκους – που, παρά τις ευνοϊκές εποχές, αναπαρήγαγαν τις ίδιες στερεότυπες αντιλήψεις για την άσκηση της εξουσίας με τα άλλα δυο κυβερνητικά κόμματα.

Η αριστερά για χρόνια κοιμόταν νωρίς. Οπως, εξάλλου, και ολόκληρη η κοινωνία, αποχαυνωμένη από τις επιδοτήσεις για ανύπαρκτες δραστηριότητες, με πολλές κάρτες να βαραίνουν το πορτοφόλι και δάνεια για κάθε επιθυμία (που έγινε ανάγκη, κατά τα λεγόμενα μιας διαφήμισης) που της παρήχαν αφειδώς οι τράπεζες, εθισμένη στο μαύρο χρήμα, το γρηγορόσημο και το φακελλάκι που έλυναν προβλήματα και άνοιγαν πόρτες, συνωθούμενη στους προθαλάμους των γραφείων κομμάτων και βουλευτών εξουσίας, ψάχνοντας τον τρόπο να «τρουπώσει» και να βολέψει τα παιδιά της στο «σίγουρο» Δημόσιο.
«Σώπα, όπου να΄ναι θα σημάνουν οι καμπάνες»                                                                                     (Μετά το λεπιδοπτερολόγο Γάλλο ακολουθεί ο Ελληνας βάρδος).

Όταν ο δούκας της Ραφήνας διαβεβαίωνε τον Ελληνικό λαό, με το κύρος του μεγάλου νεωτεριστή ηγέτη που το κέρδισε στις ειδήσεις των οκτώ, για το αδιάτρητο της θωράκισης της οικονομίας μας, τότε που ανακαλύπταμε πως η ευημερία μιας οικονομίας δε συμβαδίζει, κατ΄ανάγκην, με την ευημερία των αριθμών  στις οθόνες των υπολογιστών των γκόλντεν μπόυς του χρηματοπιστωτικού συστήματος, η αριστερά υπόσχοταν προεκλογικά –αδαπάνως, φυσικά- και επέμενε σε προσλήψεις εκατό χιλιάδων συμπολιτών μας στο δημόσιο συναγωνιζόμενη, με απίθανους μαξιμαλισμούς, το σοσιαλιστικό «λεφτά υπάρχουν».

Ακόμη κι όταν η κρίση χρέους, μοιραία (αφού, πεισματικά, τίποτε δεν άλλαζε) οδήγησε τη χώρα σε κρίση δανεισμού, η αριστερά αρνούταν να αντιληφθεί πως ό,τι συνέβαινε δεν ήταν μια μπόρα που θα περάσει, αλλά κάτι, απείρως δυσκολότερο, που σαν το γόρδιο δεσμό δε λύνεται, αλλά κόβεται.
Η δημιουργία της ΔΗΜ.ΑΡ. έδωσε πολιτική στέγη και σε κόσμο που είχε παντελώς αποκοπεί οργανωτικά από το Συνασπισμό. Πιθανώς να ψήφιζε, άλλοι, πάλι όχι. Κάποιοι δεν συμμετείχαν στο πολιτικό γίγνεσθαι γιατί δεν καλύπτονταν από τα υπάρχοντα κόμματα, άλλοι γιατί η ευμάρεια της προηγούμενης εποχής ήταν ασύμβατη με κομματικές εντάξεις..

Η κρίση που έφτασε με δρασκελιές επανακινητοποίησε «αριστερές ψυχές» που είχαν μάθει, στα χρόνια της κομματικής αποχής, να σκέφτονται και χωρίς τα – παραμορφωτικά, πολλές φορές – γυαλιά του κομματικού πατριωτισμού. Η ΔΗΜ.ΑΡ., και ευτυχώς, δεν είναι μόνον αυτό που ήταν η Ανανεωτική Πτέρυγα του Συνασπισμού. Αυτό οφείλουμε να γίνει αποδεκτό απ΄όλους μας και να πάμε ένα βήμα παρακάτω. Ιδιοκτησιακές λογικές και κομματικά ένσημα δεν ευνοούν την προσπάθεια που απαιτείται να γίνει.

Η επιλογή, μετά τις πρώτες εκλογές, της πολιτικής για κυβερνητική λύση από τη βουλή των εκλογών του Ιουνίου αποτελεί, όσο κι αν στα μάτια πολλών έμοιαζε αυτονόητη, ιστορικό γεγονός για ένα κόμμα της αριστεράς και για ένα κόσμο του που ήταν γαλουχημένος σε λογικές μόνιμης και πτωχής πλην τιμίας αντιπολίτευσης.

Η επιλογή αυτή, τώρα που διαφαίνεται πως το δημοσιονομικό ζήτημα οδηγείται σε λύση (και που ήταν η πρώτη προτεραιότητα της πολιτικής μας επιλογής για κυβερνητική στήριξη, αλλά όχι η μόνη) είναι αναγκαίο να ενισχυθεί οργανωτικά για να αρχίσει να αποδίδει καρπούς για τη χώρα. Οι εποχές των κομματικών αγκιτατόρων ανήκουν στο παρελθόν. Είναι αναγκαία η στελέχωση των τομέων παραγωγής πολιτικής του κόμματος με ανθρώπους που γνωρίζουν επιστημονικά και επαγγελματικά τα ζητήματα της διακυβέρνησης. Είναι απαραίτητη η δημιουργία διαδικτυακών οργανώσεων και ο μόνος τρόπος προσέγγισης νεώτερων ανθρώπων. Οι βερμπαλισμοί και οι κενολογίες, για επικοινωνιακούς και μόνον λόγους, δεν αρκούν σήμερα και πρέπει επειγόντως να υποκατασταθούν από συγκεκριμένες και κοστολογημένες νομοθετικές πρωτοβουλίες. Δεν αρκεί η κριτική μας στα νομοσχέδια της κυβέρνησης που, φυσικά, διέπονται από τη λογική της ΝΔ – πώς αλλιώς; - χρειάζονται συγκεκριμένες, δικές μας προτάσεις.
«Σου γράφουμε ο καθένας τα ίδια πράματα και σωπαίνει ο καθένας μπρος στον άλλον………»      (λέει ο μέγιστος Γ.Σεφέρης στο Μυθιστόρημα).

Εχουν κατακλύσει το διαδίκτυο και τις εφημερίδες τα κείμενα για την αναγκαιότητα της δημιουργίας αυτού που, λίγο ώς πολύ, συνεννοούμαστε εδώ, τουλάχιστον, όταν ονομάζουμε κεντροαριστερά. Άλλα για επικοινωνιακή κατανάλωση, άλλα με την αγωνία για την πορεία του τόπου. Όλοι αναγνωρίζουμε, αυτάρεσκα, ίσως,  ότι ο εκσυγχρονισμός της ελληνικής κοινωνίας και η μετατροπή της χώρας σε κράτος δυτικού τύπου (με προτεραιότητα στο κοινωνικό κράτος που θα απλώνει το δίχτυ προστασίας του στα πιο αδύναμα στρώματα) ή μπορεί να γίνει απ΄αυτό το πολιτικό υποκείμενο ή δε θα υπάρξει ποτέ.

Η αμηχανία μας με την οποία αντιμετωπίζεται, όμως, η κάθε προσπάθεια για διάλογο μοιάζει δυσεξήγητη. Δημιουργεί απορία η εμμονή στην περιχαράκωση και οι φοβίες να μη λερωθούμε απ΄το κακό ΠΑΣΟΚ ή τις πολλές ομάδες που ξεπήδησαν απ΄τα σπλάχνα του. Δεχτήκαμε, και κάποιοι έγιναν και μέλη της κοινοβουλευτικής μας ομάδας, στελέχη που αποχώρησαν απ΄το ΠΑΣΟΚ νωρίτερα, αλλά λέμε πως παραπέμπουμε τη συζήτηση με άλλους σε ευθετότερο χρόνο. Πότε, άραγε θα «ωριμάσουν οι συνθήκες»; Δεν ξέρω πόσο εύκολη σας φαίνεται η εξαφάνιση του ΠΑΣΟΚ, η εγκόλπωση των ψήφων του από μας και η, ως εκ τούτου, κυριαρχία μας στο τμήμα αυτό του πολιτικού χάρτη. Εμένα, πάντως, όχι και δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Στη θεωρία της ανανεωτικής αριστεράς πάντοτε ενυπήρχε η αντίληψη των συμμαχιών, αν και στην πράξη πάντοτε ελλόχευε ο ηγεμονισμός εκεί όπου ήταν δυνατό να συμβεί.

Το ζητούμενο είναι η διαμόρφωση ενός συνεκτικού σχεδίου για το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας. Έχουμε τις ικανότητες να το προτείνουμε ή θα κυνηγάμε την ουρά μας καταναλισκόμενοι σε ατέρμονες συζητήσεις με ποιους να πάμε και ποιους ν΄αφήσουμε;  Αυτήν τη συζήτηση, επί του συγκεκριμένου, δηλαδή, έχουμε τη δύναμη και τη διάθεση να την κάνουμε; Κι αν δεν τις έχουμε είναι αναγκαίο γρήγορα να τις βρούμε. Οι δύο πόλοι που έχουν ήδη σχηματοποιηθεί θα πιέζουν, όλο και πιο έντονα, το πολιτικό παιχνίδι στα δικά τους γήπεδα. Κι εμείς θα αρκούμαστε στο ρόλο του μπολ μπόυ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου